Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Η ζωή σαν ταινία


Τα κινηματογραφικά φιλιά, όπως και ο κινηματογράφος γενικότερα, αποτελούν την απόλυτη ψευδαίσθηση. Εξωραϊσμένες εικόνες και συναισθήματα που η εντασή τους εξαντλείται στα στενά πλαίσια της διάρκειας μιας ταινίας. Στην περίπτωση όμως του Fottorino, συγγραφέα του βιβλίου "Κινηματογραφικά Φιλιά", ο κινηματογράφος είναι η αλήθεια, φωτισμένη από πολύχρωμα παραμορφωτικά φίλτρα, ενώ η πραγματική ζωή μια φαιδρή και πεζή ψευδαίσθηση.

Άλλωστε ολόκληρο το μυθιστόρημά του λούζεται από φως. Από το τεχνητό φως, το φυσικό φως, το αδυσώπητο και σκληρό φως του μεσημεριού, το σπλαχνικό και γλυκό φως του δειλινού, το φως που ταυτίζεται με την ζωή και τον έρωτα-ο οποίος είναι ο ίδιος η ζωή-ενώ η απουσία του σημαίνει την μοναξιά και τον θάνατο. Το φως ως κατεξοχήν εργαλείο της δουλειάς του φωτογράφου, το οποίο είναι και το επάγγελμα τηου πατέρα του ήρωα, που αν και νεκρός είναι εκκωφαντικά παρών σε κάθε σελίδα του βιβλίου.

Ο ίδιος ο ήρωας, αν και έχει φτάσει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του και είναι ένας πολύ επιτυχημένος δικηγόρος, αναζητά ακόμα την ταυτότητά του και προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί, ψάχνοντας την αληθινή μητέρα του και τον αληθινό έρωτα, ουσιαστικά προσπαθώντας να ξεφύγει από την σκιά του πατέρα του και να βρει τo παρελθόν του και τον εαυτό του. Ο Fottorino αποτίνει φόρο τιμής στον Προυστ, μιλώντας για την υποκειμενικότητα των αναμνήσεων και την λειτουργία της μνήμης, η οποία ενεργοποιείται μέσω των πέντε αισθήσεων, της όσφρησης (ολόκληρο το μυθιστόρημά του εμποτίζεται με το άρωμα της Μεϊλίς "Jardin de Bagatel"), της ακοής (ο ήχος του πιάνου που παίζει πότε θλιμμένες μελωδίες του Μάλερ, πότε τους ρομαντικούς ήχους του Σοπέν), της όρασης (είτε αφορά τις μαγικές χαρτογραφήσεις του γυναικείου κορμιού, είτε φωτογραφίες που αποτυπώνουν την ομορφιά και την ασχήμια), της γεύσης (η κυριολεκτικά πικρή γεύση του φιλμ), και της αφής (το άγγιγμα του αγαπημένου που προκαλεί ηλεκτρικές εκκενώσεις).

Το τέλος του βιβλίου, αινιγματικό και ασαφές, δεν δίνει την λύση στα ερωτήματά μας, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται τόσο στην πρωτοπρόσωπη, υποκειμενική αφήγηση, που μπορεί να αποκρύπτει τα γεγονότα και να τα φιλτράρει(ειδικά αν σκεφτούμε πως το ίδιο το βιβλίο παροπυσιάζεται ως μέρος του χειρογράφου του ήρωα για την βιογραφία του πατέρα του), αλλά και στον έρωτα που ως συνάισθημα διαστρευλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα. Άλλωστε, όπως λέει και ο ήρωας της "Χαμένης Λεωφόρου": "I like to remember things my own way. How I remembered them, not necessarily the way they happened".

Η γραφή του Fottorino είναι γοητευτική και απολαυστική και καταφέρνει να μετουσιώσει απλές και καθημερινές στιγμές σε σκηνές βγαλμένες από κινηματογραφική ταινία, ενώ αποδίδει πολύ επιτυχημένα την ρομαντική ατμόσφαιρα του Παρισιού της δεκαετίας του '60-αν και το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην δεκαετία του '90, ηθελημένα όλο το περιβάλλον αποπνέει μια νωεχελική νοσταλγικότητα.

Συνοψίζοντας, τα "Κινηματογραφικά φιλιά",είναι ένα βιβλίο γραμμένο για όσους αγαπούν το Παρίσι, τις ασπρόμαυρες ταινίες και είναι ερωτευμένοι με τον έρωτα.